Multiple sclerosis

Σκλήρυνση κατά πλάκας στους ενήλικες και στην εγκυμοσύνη: νεότερα δεδομένα, θεραπευτικές εξελίξεις και σύγχρονη κλινική προσέγγιση

Η σκλήρυνση κατά πλάκας αποτελεί χρόνια νόσο του κεντρικού νευρικού συστήματος, στην οποία συμμετέχουν τόσο φλεγμονώδεις όσο και νευροεκφυλιστικοί μηχανισμοί. Χαρακτηρίζεται από ανοσολογική επίθεση εναντίον δομών του κεντρικού νευρικού συστήματος, με αποτέλεσμα απομυελίνωση, αξονική βλάβη και, σε βάθος χρόνου, πιθανή συσσώρευση μόνιμης νευρολογικής αναπηρίας.

Η νόσος εμφανίζεται συχνότερα σε νεαρούς ενήλικες και είναι περίπου δύο έως τρεις φορές συχνότερη στις γυναίκες. Επομένως, μεγάλο ποσοστό των ασθενών βρίσκεται σε αναπαραγωγική ηλικία κατά τη διάγνωση και τη διάρκεια της θεραπείας.

Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη κλινική σημασία, επειδή η αντιμετώπιση της ΣΚΠ δεν μπορεί πλέον να εξετάζεται ανεξάρτητα από ζητήματα όπως η γονιμότητα, η αντισύλληψη, η επιθυμία τεκνοποίησης, η εγκυμοσύνη και ο θηλασμός.

Παλιότερα, η εγκυμοσύνη συχνά αντιμετωπιζόταν ως κατάσταση που θα μπορούσε να επιδεινώσει τη ΣΚΠ. Τα σύγχρονα δεδομένα έχουν μεταβάλει σημαντικά αυτή την αντίληψη. Η εγκυμοσύνη δεν θεωρείται πλέον γενικά επιβαρυντικός παράγοντας για τη μακροπρόθεσμη πορεία της νόσου. Αντίθετα, η
φλεγμονώδης δραστηριότητα συχνά μειώνεται κατά την κύηση.

Ωστόσο, η περίοδος μετά τον τοκετό αποτελεί σημαντική πρόκληση, επειδή η δραστηριότητα της ΣΚΠ μπορεί να επανέλθει. Συνεπώς, ο σχεδιασμός της θεραπείας πρέπει να περιλαμβάνει ολόκληρη την περίοδο από πριν από τη σύλληψη έως και τους πρώτους μήνες μετά τον τοκετό.

Νεότερη αντίληψη για τη θεραπεία της ΣΚΠ στους ενήλικες

Η θεραπευτική αντιμετώπιση της ΣΚΠ έχει αλλάξει σημαντικά τα τελευταία χρόνια.

Οι DMTs δεν θεραπεύουν οριστικά τη νόσο, αλλά μπορούν να μειώσουν τη φλεγμονώδη δραστηριότητα, τις υποτροπές και την εμφάνιση νέων ή ενεργών βλαβών στη μαγνητική τομογραφία.

Στόχος της σύγχρονης θεραπείας είναι η επίτευξη όσο το δυνατόν μεγαλύτερου ελέγχου της νόσου από τα αρχικά στάδια.

Παραδοσιακά, χρησιμοποιήθηκε στρατηγική κλιμάκωσης, σύμφωνα με την οποία αρχικά χορηγούνταν θεραπείες μέτριας αποτελεσματικότητας και στη συνέχεια γινόταν μετάβαση σε ισχυρότερη θεραπεία όταν εμφανιζόταν δραστηριότητα.

Σήμερα, σε ασθενείς με χαρακτηριστικά υψηλού κινδύνου, αυξάνεται η χρήση στρατηγικών πρώιμης θεραπείας υψηλής αποτελεσματικότητας. Η επιλογή αυτή βασίζεται στην αντίληψη ότι η πρόληψη της πρώιμης φλεγμονώδους και αξονικής βλάβης μπορεί να έχει μεγαλύτερο όφελος από την αναμονή έως ότου εμφανιστεί σημαντική δραστηριότητα.

Η επιλογή θεραπείας πρέπει να εξατομικεύεται και να λαμβάνει υπόψη:

  • τη συχνότητα και βαρύτητα των υποτροπών,
  • τη δραστηριότητα στη μαγνητική τομογραφία,
  • τον βαθμό αναπηρίας,
  • την ηλικία,
  • τις συννοσηρότητες,
  • τον τρόπο ζωής,
  • τις επιθυμίες του ασθενούς,
  • την ασφάλεια της θεραπείας,
  • τον εμβολιαστικό σχεδιασμό και
  • τον οικογενειακό προγραμματισμό.

Η τελευταία παράμετρος είναι ιδιαίτερα σημαντική στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας.

Ο οικογενειακός προγραμματισμός ως μέρος της θεραπείας

Η επιθυμία για τεκνοποίηση θα πρέπει να συζητείται ήδη από τη διάγνωση και όχι μόνο όταν η γυναίκα αποφασίσει να μείνει έγκυος.

Ορισμένες DMTs έχουν μακρύ χρόνο απομάκρυνσης από τον οργανισμό ή παρατεταμένη βιολογική δράση. Άλλες μπορεί να σχετίζονται με σημαντικό κίνδυνο για το έμβρυο.

Επομένως, η επιλογή DMT σε μία γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας δεν θα πρέπει να γίνεται μόνο με βάση την αποτελεσματικότητα έναντι της ΣΚΠ.

Θα πρέπει να συνεκτιμάται και το πιθανό μελλοντικό αναπαραγωγικό πλάνο.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η αποφυγή τόσο της μη απαραίτητης έκθεσης του εμβρύου σε φάρμακα όσο και της μη αναγκαίας διακοπής μιας αποτελεσματικής θεραπείας σε γυναίκες με υψηλό κίνδυνο υποτροπής.

Η σύγχρονη προσέγγιση είναι επομένως εξατομικευμένη και βασίζεται στη σχέση κινδύνου–οφέλους.

Η εγκυμοσύνη και η δραστηριότητα της ΣΚΠ

Η εγκυμοσύνη προκαλεί σημαντικές ανοσολογικές και ορμονικές αλλαγές.

Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης παρατηρείται συνήθως μείωση της φλεγμονώδους δραστηριότητας της ΣΚΠ. Το φαινόμενο είναι περισσότερο εμφανές στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο.

Η μείωση των υποτροπών κατά την εγκυμοσύνη έχει αποδοθεί στις φυσιολογικές ανοσολογικές προσαρμογές που απαιτούνται για τη διατήρηση της κύησης.

Μετά τον τοκετό, το ανοσολογικό σύστημα επανέρχεται σταδιακά στη μη εγκυμονολογική του κατάσταση και η δραστηριότητα της ΣΚΠ μπορεί να αυξηθεί.

Η κλασική εικόνα επομένως περιλαμβάνει:

Πριν από την εγκυμοσύνη → πιθανή ενεργότητα της νόσου
Κατά την εγκυμοσύνη → συνήθως μείωση των υποτροπών
Μετά τον τοκετό → πιθανή επανενεργοποίηση

Τα νεότερα δεδομένα δείχνουν ότι η πραγματική πορεία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την προγεννητική δραστηριότητα της νόσου και κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται η DMT.

Μεγάλη γαλλική μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2025 συμπεριέλαβε 6.341 εγκυμοσύνες σε 4.998 γυναίκες με υποτροπιάζουσα ΣΚΠ και έδειξε ότι η διαχείριση της DMT κατά την εγκυμοσύνη σχετιζόταν σημαντικά με τον κίνδυνο υποτροπής τόσο κατά την κύηση όσο και μετά τον τοκετό.

Το εύρημα αυτό ενισχύει την άποψη ότι η θεραπεία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «διακόπτης» που απλώς ανοίγει πριν από την εγκυμοσύνη και κλείνει κατά τη διάρκειά της.

Ασφάλεια της εγκυμοσύνης στη γυναίκα με ΣΚΠ

Η διαθέσιμη βιβλιογραφία δεν υποστηρίζει ότι η ΣΚΠ από μόνη της αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο σοβαρών δυσμενών εκβάσεων της εγκυμοσύνης.

Οι περισσότερες γυναίκες με ΣΚΠ μπορούν να έχουν φυσιολογική εγκυμοσύνη και να γεννήσουν υγιή παιδιά.

Η ΣΚΠ δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη για καισαρική τομή.

Ο τρόπος τοκετού πρέπει να καθορίζεται κυρίως από μαιευτικούς παράγοντες και από την κατάσταση της μητέρας.

Ούτε η επισκληρίδιος αναισθησία θεωρείται γενικά αντένδειξη λόγω της ΣΚΠ.

Σε γυναίκες με σημαντική κινητική αναπηρία, σπαστικότητα, διαταραχές ουροδόχου κύστης ή άλλες νευρολογικές επιπλοκές μπορεί να απαιτείται εξατομικευμένος σχεδιασμός.

Θεραπείες τροποποίησης της νόσου και εγκυμοσύνη

Η σχέση μεταξύ DMTs και εγκυμοσύνης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πεδία σύγχρονης έρευνας.

Δεν έχουν όλες οι DMTs το ίδιο προφίλ ασφάλειας.

Οι παλαιότερες κατευθυντήριες οδηγίες ήταν περισσότερο συντηρητικές και συνιστούσαν διακοπή των περισσότερων θεραπειών κατά τη σύλληψη.

Τα νεότερα δεδομένα οδηγούν σε πιο διαφοροποιημένη προσέγγιση.

Η ECTRIMS αναφέρει το 2026 ότι υπάρχει αυξανόμενη συναίνεση υπέρ της αποφυγής αδικαιολόγητης διακοπής αποτελεσματικής θεραπείας πριν από την εγκυμοσύνη, όταν υπάρχουν επαρκή δεδομένα ασφάλειας για συγκεκριμένες DMTs.

Ιντερφερόνη βήτα

Η ιντερφερόνη βήτα αποτελεί μία από τις παλαιότερες θεραπείες της ΣΚΠ και υπάρχει πλέον σημαντική εμπειρία σχετικά με την έκθεσή της κατά την εγκυμοσύνη.

Τα διαθέσιμα δεδομένα είναι γενικά καθησυχαστικά όσον αφορά τον κίνδυνο συγγενών ανωμαλιών.

Η χρήση της μπορεί να εξεταστεί σε γυναίκες με ενεργή νόσο που χρειάζονται θεραπεία κατά την περίοδο της σύλληψης και, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Η απόφαση πρέπει να εξατομικεύεται.

Γλατιραμέρη

Η γλατιραμέρη είναι μία από τις DMTs με το πιο εκτεταμένο ιστορικό χρήσης σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας.

Τα διαθέσιμα δεδομένα υποστηρίζουν γενικά ευνοϊκό προφίλ ασφάλειας.

Μία επικαιροποιημένη τετραετής ανάλυση δεδομένων ασφάλειας που δημοσιεύθηκε το 2025 περιέλαβε εκθέσεις σε γλατιραμέρη 20 και 40 mg/mL και επιβεβαίωσε προηγούμενα καθησυχαστικά δεδομένα σχετικά με την έκβαση της εγκυμοσύνης και των βρεφών.

Η γλατιραμέρη επομένως αποτελεί σημαντική θεραπευτική επιλογή σε γυναίκες για τις οποίες θεωρείται απαραίτητη η συνέχιση DMT κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης.

Ναταλιζουμάμπη

Η ναταλιζουμάμπη αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση.

Πρόκειται για υψηλής αποτελεσματικότητας θεραπεία και η διακοπή της σε γυναίκες με πολύ ενεργή ΣΚΠ μπορεί να οδηγήσει σε επανεμφάνιση σημαντικής νόσου.

Για τον λόγο αυτό, σε γυναίκες με υψηλό κίνδυνο υποτροπής μπορεί να εξεταστεί η συνέχιση της θεραπείας για μέρος της εγκυμοσύνης, με εξατομικευμένο σχήμα χορήγησης.

Ωστόσο, η έκθεση κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο μπορεί να οδηγήσει σε αιματολογικές διαταραχές στο νεογνό, κυρίως αναιμία ή θρομβοπενία.

Απαιτείται επομένως συνεργασία νευρολόγου, μαιευτήρα και νεογνολόγου.

Η σύγχρονη βιβλιογραφία τονίζει ότι η απόφαση δεν πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά στον θεωρητικό κίνδυνο του φαρμάκου αλλά να συγκρίνει αυτόν τον κίνδυνο με τον κίνδυνο σοβαρής υποτροπής της μητέρας.

Anti-CD20 θεραπείες

Οι θεραπείες που στοχεύουν τα Β-λεμφοκύτταρα έχουν αλλάξει σημαντικά το θεραπευτικό τοπίο της ΣΚΠ.

Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται θεραπείες όπως:

  • οκρελιζουμάμπη,
  • οφατουμουμάμπη,
  • ουμπλιτουξιμάμπη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η δυνατότητα χορήγησης anti-CD20 θεραπείας πριν από τη σύλληψη και στη συνέχεια αναμονής για ένα χρονικό διάστημα, ώστε να διατηρείται ο έλεγχος της νόσου ενώ μειώνεται η ανάγκη έκθεσης κατά την εγκυμοσύνη.

Αυτό είναι δυνατό επειδή η βιολογική επίδραση της θεραπείας μπορεί να παραμένει για αρκετούς μήνες.

Η στρατηγική αυτή μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε γυναίκες με πολύ ενεργή νόσο.

Ωστόσο, η διαχείριση πρέπει να είναι εξατομικευμένη, καθώς τα δεδομένα για τις διαφορετικές anti-CD20 θεραπείες δεν είναι πανομοιότυπα.

Υπάρχουν επίσης ζητήματα σχετικά με τη διαχείριση του νεογνού, ιδιαίτερα όταν υπάρχει έκθεση σε θεραπεία κατά την εγκυμοσύνη.

Fingolimod και άλλες θεραπείες με μεγαλύτερους περιορισμούς

Ορισμένες DMTs παρουσιάζουν μεγαλύτερες δυσκολίες κατά την εγκυμοσύνη.

Η φιγκολιμόδη, για παράδειγμα, δεν θεωρείται θεραπεία που πρέπει να συνεχίζεται κατά την εγκυμοσύνη.

Ένα σημαντικό πρόβλημα είναι ότι η απότομη διακοπή της μπορεί να προκαλέσει επανενεργοποίηση της ΣΚΠ, σε ορισμένες περιπτώσεις ιδιαίτερα έντονη.

Επομένως, η διακοπή της πρέπει να σχεδιάζεται προσεκτικά και να υπάρχει εναλλακτική θεραπευτική στρατηγική όπου απαιτείται.

Παρόμοια προσοχή χρειάζεται με θεραπείες όπως η τεριφλουνομίδη, η οποία έχει σημαντικούς περιορισμούς σε περίπτωση εγκυμοσύνης και απαιτεί ειδική διαδικασία απομάκρυνσης του φαρμάκου όταν ενδείκνυται.

Η κλαδριβίνη επίσης απαιτεί ιδιαίτερο αναπαραγωγικό σχεδιασμό λόγω της φύσης της θεραπείας.

Πίνακας: βασικές DMTs και εγκυμοσύνη

Θεραπεία/κατηγορία

Γενική προσέγγιση στην εγκυμοσύνη

Βασικό ζήτημα
Ιντερφερόνη βήτα Μπορεί να εξεταστεί σε επιλεγμένες περιπτώσεις Μεγάλη εμπειρία χρήσης
Γλατιραμέρη Από τις περισσότερο τεκμηριωμένες επιλογές Ευνοϊκά δεδομένα ασφάλειας
Ναταλιζουμάμπη Μπορεί να συνεχιστεί σε υψηλού κινδύνου ασθενείς Κίνδυνος υποτροπής μετά τη διακοπή, αιματολογικές διαταραχές νεογνού
Οκρελιζουμάμπη Συχνά σχεδιάζεται πριν από τη σύλληψη Παρατεταμένη βιολογική
δράση
Οφατουμουμάμπη Απαιτεί εξατομικευμένο σχεδιασμό Περιορισμένα δεδομένα σε σχέση με παλαιότερες DMTs
Φιγκολιμόδη Γενικά αποφεύγεται Κίνδυνος εμβρυϊκής έκθεσης και rebound
Τεριφλουνομίδη Αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη Απαιτείται ειδική απομάκρυνση
Κλαδριβίνη Απαιτείται αυστηρός οικογενειακός προγραμματισμός Αναπαραγωγικοί περιορισμοί
Φουμαρικά Εξατομικευμένη προσέγγιση Περιορισμένα δεδομένα σε σχέση με GA/IFN

Ο πίνακας αποτελεί συνοπτική επιστημονική παρουσίαση και δεν αντικαθιστά τις επίσημες πληροφορίες συνταγογράφησης ή την εξατομικευμένη ιατρική απόφαση.